Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα, παρουσίαση βιβλίου

ΜΑΝΟΣ ΤΑΣΑΚΟΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Συγγραφέας: Μάνος Τασάκος

Τίτλος: «Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα»

Είδος: Μυθιστόρημα

Εκδόσεις: 24 γράμματα

Α’ έκδοση: 23 Οκτωβρίου 2017

Σελίδες: 164

Διάθεση: Βιβλιοπωλεία και 24γράμματα

Τιμή εκδότη: 14,50 ευρώ

Τιμή στα βιβλιοπωλεία: 13,05 ευρώ

ISBN: 978-618-5302-21-4

Πού διατίθεται το βιβλίο…

Οι πρώτες ημέρες κυκλοφορίας ενός βιβλίου χαρακτηρίζονται πάντοτε από μία καθυστέρηση στην άφιξη στα βιβλιοπωλεία και είναι πιθανόν τουλάχιστον στην αρχή να υπάρξουν κάποιες ελλείψεις στην διαθεσιμότητά του. Γι’ αυτό ο ασφαλέστερος τρόπος για την παραλαβή του είναι η επικοινωνία με τον εκδότη. Κάθε φορά που ένα βιβλιοπωλείο καταχωρεί το βιβλίο στους διαθέσιμους τίτλους του, θα προσθέτουμε σ’ αυτό το σημείο ένα link για εύκολη και γρήγορη παραγγελία… μπορείτε φυσικά πάντοτε να το παραγγείλετε και από το βιβλιοπωλείο τής γειτονιάς σας…

ή εναλλακτικά εάν δεν είστε εξοικειωμένοι με τις ηλεκτρονικές φόρμες…

Για παραγγελίες μέσα από τηλεφωνική επικοινωνία
Εκδόσεις 24 γράμματα, τηλέφωνα 
210 612 70 74   &  210 600 87 50

 

Η παρουσίαση βιβλίων δεν συγκαταλέγεται στα θέματα με τα οποία ασχολείται αυτή η ιστοσελίδα, καθώς υπάρχουν κριτικοί και ιστοσελίδες πολύ ειδικευμένες και πολύ πιο σχετικές με το αντικείμενο και την λογοτεχνία ευρύτερα. Παρόλα αυτά στην σημερινή εξαίρεση συμβάλλουν δύο παράγοντες – ο πρώτος είναι πως πρόκειται να αναφερθούμε σ’ ένα βιβλίο εξαιρετικής λογοτεχνικής ποιότητας (κάτι όλο και σπανιότερο σήμερα…) και ο δεύτερος είναι πως έχει γραφεί από τον Μάνο Τασάκο, έναν άνθρωπο των γραμμάτων που εκτιμούμε ιδιαίτερα, τόσο για την ποιότητα των κειμένων του όσο και για την πολλή σημαντική (και κάποιες φορές αθόρυβη…) δουλειά που κάνει στον κριτικό σχολιασμό, το λογοτεχνικό δοκίμιο και την ανάδειξη νέων συγγραφέων, ιδιαίτερα στον χώρο τής ποίησης. Άλλωστε σε όσα κείμενα δημοσιεύουμε που σχετίζονται με το βιβλίο και την λογοτεχνία, συμβουλευόμαστε πάντοτε το «αδελφό» ιστολόγιο www.tasakos.gr  – όλα αυτά είναι λίγο ή πολύ γνωστά, εκείνο που μάθαμε σήμερα με την κυκλοφορία τού βιβλίου του «Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα» (εκδόσεις 24 γράμματα, Οκτώβριος 2017) είναι πως είναι και ένας πολύ σημαντικός πεζογράφος, δεν γράφω λογοτέχνης γιατί ξέρω πως δεν θα ενέκρινε αυτόν τον χαρακτηρισμό για τον εαυτό του.

Όλ’ αυτά δεν σημαίνουν πως μεροληπτούμε με οποιοδήποτε τρόπο ή ότι θα παρουσιάζαμε ένα βιβλίο μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουμε προσωπικές ή δημόσιες σχέσεις, η δουλειά μας έχει μία σημαντική ευθύνη και δεν την θυσιάζουμε εύκολα σε φθηνές εξαργυρώσεις. Όχι, το βιβλίο είναι πράγματι εξαιρετικό, μόνο που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα και η ανάγνωσή του προϋποθέτει την αγάπη για την καλή λογοτεχνία και την αναζήτηση κειμένων που έχουν να πουν κάτι παραπάνω από την αφήγηση μιας απλής ερωτικής ή άλλης ιστορίας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την  αρχή για να γίνουμε περισσότερο κατανοητοί και να αντιληφθείτε τούς λόγους που προτείνουμε σήμερα το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Ο συγγραφέας

Όπως προαναφέραμε, τα κείμενα και γενικότερα τις απόψεις τού Μάνου Τασάκου για την λογοτεχνία μπορείτε εύκολα να τα βρείτε στο ιστολόγιό του. Εκείνο που δεν θα βρείτε πουθενά, είναι φωτογραφίες του, ανοικτές συνεντεύξεις και γενικότερα όλα εκείνα που σήμερα οι συγγραφείς νιώθουν πως πρέπει να κάνουν για να προωθήσουν το βιβλίο τους. Ακόμη και στο «αυτί» τού βιβλίου δεν υπάρχει φωτογραφία του, κάτι πράγματι σπάνιο πλέον, καθώς δεν μπορώ να θυμηθώ τα τελευταία χρόνια άλλη ανάλογη περίπτωση συγγραφέα που αποφεύγει ακόμη και την ελάχιστη προσωπική προβολή του. Δεν είμαι σε θέση να ερμηνεύσω αυθεντικά τις αιτίες γι’ αυτήν την στάση τού Μάνου Τασάκου, εκείνο όμως που είμαι σε θέση να ξέρω είναι πως βασίζονται στις απόψεις του για την λειτουργία τού κειμένου, καθώς πιστεύει πως το έργο τού συγγραφέα τελειώνει μαζί με την τελευταία λέξη τού βιβλίου και από εκεί και πέρα τον λόγο τον έχουν οι υπόλοιποι, (κριτικοί, αναγνώστες, δημοσιογράφοι κλπ), ενώ εκείνος που το έχει γράψει μένει στο σκοτάδι, γιατί ό,τι είχε να πει το είπε με την γραφή του. Δεν ξέρω αν αυτή η άποψη που μεταφέρω εδώ κάπως πρόχειρα, βοηθά την προβολή τού βιβλίου, παραμένει όμως μοναδική και έχει πράγματι μια αξία μέσα στην ατελείωτη πολυλογία που συνοδεύει σήμερα κάθε νέα έκδοση.

Το βιβλίο

Ας ξεκινήσουμε από την μορφή και κάποια τυπικά στοιχεία. Το βιβλίο είναι σχετικά μικρό σε έκταση, (164 σελίδες, κάτι που θα μπορούσε να τού δώσει και τον χαρακτηρισμό τής νουβέλας…), αλλά πάντως αισθητά αυξημένο σε σχέση με τήν πρώτη γραφή του πριν από περίπου δέκα χρόνια. Το εξώφυλλο είναι glossy και θα το προτιμούσαμε ματ, αν και αυτό είναι εντελώς υποκειμενικό και σε τίποτα βέβαια δεν επηρεάζει την ουσία τού κειμένου. Για να ξεκινήσουμε από τα λιγότερο σημαντικά, υπάρχουν δύο «πρωτοτυπίες» που δεν συναντάμε συχνά στις σημερινές εκδόσεις. Η πρώτη αφορά τα μικρά κεφάλαια – κάθε ένα από αυτά έχει τον τίτλο του και μάλιστα με έναν τρόπο που θυμίζει έντονα την λογοτεχνία τού μεσοπολέμου, ενώ ο κάθε τίτλος προσπαθεί να είναι δηλωτικός τού περιεχομένου που ακολουθεί και κάπως περιπαικτικός. Αυτή η σημείωση ακούγεται τυπική, όμως οι τίτλοι έχουν και μία ακόμη αποστολή πολύ πιο ουσιαστική που θα την δούμε παρακάτω και βοηθά πολύ τον αναγνώστη για να μην χαθεί ανάμεσα στις αλλαγές των προσώπων που αφηγούνται.

Η δεύτερη πρωτοτυπία έρχεται από την «εικονογράφηση» τού βιβλίου. Αυτό που ο Μάνος Τασάκος ονομάζει «εικονογράφηση»,  (βάζοντας σωστά την λέξη σε εισαγωγικά), είναι στην ουσία η παρεμβολή ανάμεσα σε κάποια  κεφάλαια, επιλεγμένων πεζών και ποιημάτων τού Στράτου Κοντόπουλου, ποιητή που δεν έχει εκδώσει ακόμη κανένα βιβλίο (από πρόθεση...), αλλά έχει γράψει εξαιρετικά ποιήματα. Αυτή η παρεμβολή προσθέτει ένα ακόμη αφηγηματικό επίπεδο στα τρία που ήδη διαθέτει το βιβλίο, αλλά είναι αλήθεια ότι δίνει ταυτόχρονα και ένα διαφορετικό χρώμα στην όμορφη έκδοση. Το «πάντρεμα» ποιητικού λόγου και πρόζας δεν είναι πάντοτε εύκολο ή επιτυχημένο και γι’ αυτό γίνεται σπάνια, όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση προσθέτει βάθος και μια ευχάριστη εναλλαγή σε σημεία όπου το ύφος βαραίνει και η αφήγηση γίνεται σκοτεινή ή πνιγηρή.

Οι εκδόσεις 24 γράμματα

 

Τα 24 γράμματα είναι ένας νέος εκδοτικός (σε ό,τι αφορά τις έντυπες εκδόσεις λογοτεχνίας, έως πρόσφατα προσέφερε εκατοντάδες τίτλους ηλεκτρονικά και συνεχίζει να το κάνει) και αυτά που έχει εκδώσει είναι αρκετά επιμελημένα, χωρίς ιδιαίτερα λάθη, ενώ η γραμματοσειρά τού συγκεκριμένου βιβλίου και οι «αναπνοές» του είναι σωστά τοποθετημένες. Το στερεότυπο σήμα – γκραβούρα στο τέλος κάθε κεφαλαίου προσθέτει στο βιβλίο αρχοντιά και ένα άρωμα άλλης εποχής. Καθώς βέβαια η γραφή μοιάζει να έχει επιρροές από παλαιότερες εποχές και επειδή συμπεριλαμβάνεται ποίηση, (ο Στράτος Κοντόπουλος γράφει σε πολυτονικό), ίσως θα ταίριαζε μια έκδοση βασισμένη στην ιστορική ορθογραφία. Αλλά αυτό είναι κάτι που διορθώνεται συνήθως σε επόμενες εκδόσεις…

Το περιεχόμενο

Ας δούμε τώρα λίγο προσεκτικά την ιστορία – η δομή της μοιάζει λίγο με τις ματριόσκες, ξέρετε, αυτές τις ρώσικες κούκλες που τοποθετούνται η μία μέσα στην άλλη. Στο σημείο αυτό χρειάζεται λίγη προσοχή, καθώς στην ροή τής αφήγησης ο αναγνώστης είναι εύκολο να μπερδευτεί, ιδιαίτερα εάν δεν δώσει πολλή σημασία στους τίτλους και υπότιτλους τού κάθε κεφαλαίου. Θα το κάνω όσο γίνεται πιο προσεκτικά, καθώς σε ένα τέτοιο βιβλίο με όχι εντελώς ευθύγραμμη αφήγηση, είναι πολύ εύκολο να ξεφύγω και ν’ αποκαλύψω πράγματα τής πλοκής που δεν θα έπρεπε.

Κατ’ αρχάς υπάρχει ο συγγραφέας τού βιβλίου, ο Μάνος Τασάκος, ο οποίος στο βιβλίο έχει ρόλο και υπόσταση. Στήν πραγματικότητα ο Τασάκος θέλει να φωτίσει μια πτυχή από την ζωή τού δημοσιογράφου Νίκου Λαμπρόπουλου, ο οποίος με την σειρά του ερευνά την ζωή τού Αλέξανδρου Βαλέτα με την βοήθεια ενός ημερολογίου που κρατούσε ο τελευταίος. Τα σημεία στα οποία παρεμβαίνει ο Τασάκος είναι βέβαια εύκολο να τα εντοπίσει κανείς χωρίς καμία δυσκολία, αφού εξαντλούνται στον πρόλογο και στο επίμετρο -στον πρόλογο δίνονται ορισμένες εξηγήσεις επάνω στα κίνητρα συγγραφής τού βιβλίου, ενώ στο επίμετρο (πόσα χρόνια είχα να το δω αυτό!..), ο Μάνος Τασάκος μάς ενημερώνει αναλυτικά για την τύχη όλων των ηρώων που παρελαύνουν από τις σελίδες του. Έως εδώ όλα καλά και σχετικά εύκολα.

Η πιθανότητα μίας κάποιας σύγχυσης ξεκινά εκεί όπου εμπλέκεται (στο ίδιο πολλές φορές κεφάλαιο) ο Νίκος Λαμπρόπουλος με το ημερολόγιο τού Αλέξανδρου Βαλέτα. Τα πρώτα κεφάλαια τού βιβλίου είναι διαχωρισμένα και παρακολουθούμε εναλλάξ την έρευνα τού Νίκου Λαμπρόπουλου και αποσπάσματα από το ημερολόγιο τού Βαλέτα. Στην πορεία όμως έχουμε μία σύζευξη σε ορισμένα κεφάλαια – ένα κεφάλαιο, για παράδειγμα, ξεκινά με το ημερολόγιο (με ορθή, κανονική γραμματοσειρά), αλλά από ένα σημείο και έπειτα η γραφή στο βιβλίο γίνεται πλαγιογράμματη, κάτι που σημαίνει πως την σκυτάλη την παίρνει αφηγηματικά ο Λαμπρόπουλος, είτε γιατί στα σημεία εκείνα το ημερολόγιο υποτίθεται πως είναι κατεστραμμένο, είτε γιατί θέλει να κάνει μια παρατήρηση ή ακόμη να συμπληρώσει την περιγραφή με μαρτυρίες τρίτων προσώπων. Υπάρχει βέβαια ένα κλειδί (εκτός από τα πλάγια γράμματα) που θα σας βοηθήσει να αναγνωρίσετε τα κεφάλαια όπου υπάρχει αυτή η σύζευξη – σ’αυτά λοιπόν, κάτω από τον τίτλο «Απόσπασμα από το ημερολόγιο τού Αλέξανδρου Βαλέτα», υπάρχει ο υπότιτλος «Με προσθήκη τού Νίκου Λαμπρόπουλου«.  Είναι πολύ ευκολότερο από όσο ακούγεται…

Το βιβλίο διατρέχει μία υποτυπώδης αστυνομική ιστορία, αλλά μην ξεγελαστείτε ούτε στιγμή, αυτό είναι απλώς το πρόσχημα για να ξετυλιχθεί το κουβάρι τής ζωής τού Βαλέτα, ο Τασάκος δια στόματος Λαμπρόπουλου το επαναλαμβάνει συχνά μέσα στο βιβλίο –«δεν μ’ενδιαφέρει καθόλου η αστυνομική πλευρά τής υπόθεσης...«, και πράγματι έτσι είναι. Εκείνο που πρωτίστως πιστεύω ότι ο Τασάκος θέλει να αναδείξει, είναι η θηριώδης απόσταση ανάμεσα σε μία συνείδηση ιεραποστολικά ταγμένη σε έναν σκοπό, (που λίγο απέχει από ουτοπία) και μια κοινωνία που γίνεται όλο και λιγότερη πνευματική, όλο και λιγότερη πιστή σε αξίες και οράματα. Ακόμη όμως κι αυτό το πρωτεύον νόημα, θα ήταν κάπως κοινότοπο, εάν δεν συνοδευόταν από μία πολύ ενδιαφέρουσα παρέλαση χαρακτήρων (εκτός βέβαια από εκείνον τού Βαλέτα). Στο βιβλίο οι περισσότεροι δεύτεροι ήρωες (νομίζω μάλλον επίτηδες…), δεν έχουν οικονομικά προβλήματα, θα λέγαμε μάλιστα πως είναι μάλλον μεγαλοαστοί σε μόρφωση και οικονομική άνεση. Κι όμως όλοι ζουν μία σχεδόν δυστυχή ζωή, με φαντάσματα τής νιότης και γενικά τού παρελθόντος, αναπολούν την ένταση που δίνει ένας σκοπός, ενώ το πλούσιο υλικό περίβλημά τους μήτε που αναφέρεται, δεν είναι καν σε πρώτη ζήτηση και επίδειξη. Την οικονομική τους άνεση την υποψιαζόμαστε από έμμεσες αναφορές, (σπίτι στο Ψυχικό και σε άλλα καλά προάστια, μποέμικη ζωή κλπ), ενώ τα τραύματά τους περιγράφονται πάντοτε αναλυτικά και η επαφή τού Λαμπρόπουλου μαζί τους (με αφορμή την έρευνά του για τον Βαλέτα), είναι πνιγηρή και στενόχωρη. Ακόμη και ο αστυνομικός που εμπλέκεται στην υπόθεση σχεδόν μισεί την δουλειά του και από χρόνια πριν ονειρεύεται την σύνταξή του και την απόσυρση στο χωριό του. Σε συμβολικό επίπεδο αυτή η επιθυμία διατρέχει όλο σχεδόν το βιβλίο –η επιστροφή δηλαδή στην πνευματικότητα και την ορμή τής νεαρής ηλικίας, στην παρθενικότητα τής επαφής με πράγματα και ανθρώπους, στην ακάματη δημιουργία. Παρόλο που όλα αυτά θα μπορούσαν να φτιάξουν χαρακτήρες που λίγο θα απείχαν από μία καρικατούρα ή ένα στερεότυπο, στο βιβλίο η εξέλιξη δείχνει απόλυτα φυσική -βοηθά σ’αυτό βέβαια και το ότι από τον κάθε ήρωα μαθαίνουμε ένα ή δύο το πολύ συμβάντα τής ζωής του και πάντοτε εκείνα που σχετίζονται με τον κεντρικό ήρωα, τον Αλέξανδρο Βαλέτα.

Προσέξτε τώρα κάτι το ευφυές που δεν γίνεται αντιληπτό με την πρώτη ανάγνωση, τουλάχιστον λογικά. Αυτός ο Αλέξανδρος Βαλέτας, (έτσι καθώς τον γνωρίζουμε σιγά σιγά μέσα από το ημερολόγιό του ή τις μαρτυρίες τρίτων που είχαν για ένα διάστημα σχέσεις μαζί του), αυτός ο Βαλέτας λοιπόν, αν και κεντρικός ήρωας, δεν κατορθώνει σχεδόν ποτέ να γίνει συμπαθής στον μέσο αναγνώστη (στην έννοια τού οποίου συγκαταλέγω και τον εαυτό μου). Μόλις ξεκινάς να τον λυπάσαι ή να συμπάσχεις μαζί του, αμέσως γίνεται κάπως εκνευριστικός, οι εμμονές του μπορεί να φέρουν μία δυσφορία, ο απόλυτος τρόπος στην συμπεριφορά και στις ιδέες του απομακρύνουν, αντί να ελκύουν ή να γοητεύουν. Ίσως προς το τέλος αυτό κάπως να αλλάζει ή να μεταβάλλεται εντελώς, αλλά πάντως απαιτείται σημαντική προσπάθεια για να συμπαθήσεις (η ταύτιση απέχει πολύ…) αυτήν την παραλλαγή τού Δον Κιχώτη. Ποια είναι η πονηριά εδώ τού βιβλίου; Κλείνοντας το βιβλίο και αναλογιζόμενος τον Βαλέτα και τα συναισθήματα που σού γεννά, αντιλαμβάνεσαι κάποια στιγμή ότι ουσιαστικά κάλλιστα θα μπορούσες να είσαι ο δέκατος ή ενδέκατος χαρακτήρας τού βιβλίου, καθώς η στάση σου και οι αντιδράσεις απέναντι στις ενέργειες τού κεντρικού ήρωα, είναι πανομοιότυπες με όσους τον γνώρισαν. Στην πραγματικότητα δηλαδή, με αυτόν τον τρόπο ο Τασάκος σού αποδεικνύει το ρεαλιστικό τής αφήγησης και την απομόνωση μιάς δυνατής συνείδησης – εάν είχες την επιλογή θα φερόσουν κι εσύ ακριβώς το ίδιο με τους υπόλοιπους που δυσφορούν με το διαφορετικό, το απόλυτα πνευματικό, το ουτοπικό. Το κατορθώνει αυτό ο Τασάκος κυρίως με το κρατά μία ουδέτερη στάση σε όλο το βιβλίο, δεν παίρνει ποτέ θέση στα τρέχοντα, όσα γνωρίζουμε είναι από το ημερολόγιο, ενώ κάποιες απόψεις, (σχεδόν αγνωστικές…) εκφράζονται μόνο από τον Νίκο Λαμπρόπουλο -ακόμη κι αυτός όμως δυσπιστεί για τον Βαλέτα και την ανιδιοτέλειά του ως το τέλος (σχεδόν – μην αποκαλύψουμε τώρα και όλα όσα συμβαίνουν…). Υπάρχουν και άλλα πολλά επίπεδα στα οποία κινείται το βιβλίο, αλλά ας μην τα αναλύσουμε όλα σήμερα.

Πρόκειται γι’ αληθινή ιστορία;

Εάν στο «Κίτρινο φάκελο» τού Καραγάτση υπάρχει μία ασάφεια για την ασθένεια τού κεντρικού ήρωα, στο «Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα» υπάρχει μία ασάφεια για το αληθινό ή όχι τής πλοκής και τών ηρώων. Ο πρόλογος, το επίμετρο, αλλά και η μοναδική φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο, συνηγορούν με αληθοφανή τρόπο στο ότι έχουμε μπροστά μας μία πραγματική ιστορία, αλλά από την άλλη απουσιάζουν χρονολογίες, βιογραφικά στοιχεία των χαρακτήρων, όπως και επαληθεύσιμες πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα. Βεβαίως όταν τελειώνει το βιβλίο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό δεν έχει και τόση σημασία, καθώς όλα τα νοήματα και οι συμβολισμοί γίνονται διαχρονικοί και θα μπορούσαν να αναφέρονται σε κάθε εποχή, αλλά σε κάθε περίπτωση η υποψία και μόνο ότι η πλοκή βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, αυξάνει το ενδιαφέρον και εντείνει την αναγνωστική απόλαυση. Βαλέτας υπήρξε πράγματι στην ελληνική λογοτεχνική ιστορία, αλλά είναι πασιφανές ότι δεν έχει καμία σχέση με τον κεντρικό ήρωα τού βιβλίου, όπως υπήρξε και ο εκδοτικός οίκος «Πυρσός» και η περίφημη εγκυκλοπαίδειά του, (με διευθυντή τον Ηρακλή Αποστολίδη, πατέρα τού Ρένου...), αλλά οι περιγραφές στο βιβλίο αλλάζουν σκόπιμα κάποια στοιχεία και δεν ταιριάζουν χρονολογικά. Γενικότερα πάντως η αληθοφάνεια είναι τόση, που από την αρχή σχεδόν τού βιβλίου δεν απομένει στον αναγνώστη καμία αμφιβολία για το ότι υπήρξε τουλάχιστον ένας ισχυρός πυρήνας αλήθειας στα συμβαίνοντα.

Σε πολλά σημεία η αφήγηση είναι κοφτή, στακάτη και σχεδόν θεατρική. Παρά ταύτα θυμίζει έντονα λογοτεχνικές φόρμες τού μεσοπολέμου…

Το βιβλίο έχει ένα εκ προθέσεως «ελάττωμα» καθώς μοιάζει σχεδόν με προσχέδιο μυθιστορήματος. Καθώς οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει στις ατελείωτες σελίδες και τις μεγάλες περιγραφές, εδώ μάλλον θα ξαφνιαστούμε και ίσως μείνουμε στο τέλος με έντονη την επιθυμία μεγαλύτερης ανάπτυξης χαρακτήρων και πλοκής. Θα έλεγα ότι με το βιβλίο αυτό ο Τασάκος εγκαινιάζει ένα νέο είδος γραφής, εκείνο τής ποιητικής πρόζας ή για να το πούμε ανάποδα τού μεγάλου σε έκταση πεζόμορφου ποιήματος. Όλο το βιβλίο κινείται σε μία σχεδόν ονειρική ατμόσφαιρα, η παρεμβολή στην σημερινή του έκδοση ποιημάτων τού Στράτου Κοντόπουλου βοηθά σ’ αυτό, αλλά την διαφορά την κάνει κυρίως το ύφος στην γραφή τού Τασάκου – είναι ώρες που νομίζεις ότι διαβάζεις πεζογράφο τού μεσοπολέμου, όχι με την έννοια τής γλώσσας καθεαυτής, αλλά κυρίως με την ανασύσταση μιας εποχής, είτε αφορά την συμπεριφορά των ηρώων (και την γλώσσα που χρησιμοποιούν), είτε την πολιτική κατάσταση (που συχνά υπονοείται με έναν εντελώς αχνό τρόπο). Επιφανειακά η γραφή μπορεί να θυμίζει έντονα την πεζογραφική γενιά τού 30, αλλά από κάτω τα νοήματα και το βάθος διαφέρουν σημαντικά από τα αστικά μυθιστορήματα που έχουμε συνηθίσει έως σήμερα. Εάν πάντως θα θέλαμε να δώσουμε οπωσδήποτε έναν χαρακτηρισμό με βάση και την χρονική περίοδο στην οποία κινείται το βιβλίο, θα μπορούσαμε με άνεση να πούμε ότι πρόκειται για ένα πικρό, (μα πολύ πικρό), σχόλιο επάνω στην μεταπολίτευση και τις συμπεριφορές της, ίσως ακόμη περισσότερο ένα σχόλιο για την μικροαστική συνείδηση τού Έλληνα, ανεξάρτητα από εποχή και συγκυρία. Ο περιορισμός πάντως σε μία παρόμοια ετικέτα θα αδικούσε πολύ το σύνολο τού μυθιστορήματος, καθώς παραμένει και ένα σχόλιο επάνω στην ουτοπία, την αλύγιστη συνείδηση, τον καθημερινό συμβιβασμό, την ισορροπία πνεύματος και ύλης, την ματαιοδοξία και πολλά πολλά ακόμη.

Τα ποιήματα (και ένα πεζό νομίζω ανάμεσά τους) τού Στράτου Κοντόπουλου προσθέτουν στο κείμενο, απλώνουν την εμβέλειά του και εκτός από την ποιότητά τους (τα ποιήματα «Ο κουμπαράς» και «Με τα δέντρα θα μετρηθείς» είναι εξαιρετικά…), περιγράφουν ποιητικά τα κεφάλαια στα οποία προηγούνται, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν το αντιλαμβάνεσαι αυτόματα, δεν είναι οφθαλμοφανές. Τυχαίνει να ξέρω ότι ο Τασάκος προσπαθεί εδώ και καιρό να «δέσει» σε μία συλλογή τα καλύτερα τού Κοντόπουλου και μάλιστα μία συλλογή που θα περιλαμβάνει εξ αρχής κριτικό σχολιασμό για το κάθε ποίημα – εάν και τα υπόλοιπα ποιήματα είναι το ίδιο καλά όσο κι αυτά τού βιβλίου, τότε το αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Ένα από τα εξαίρετα ποιήματα τού Στράτου Κοντόπουλου που έχουν παραχωρηθεί για την πρώτη έκδοση τού βιβλίου…

Το βιβλίο επαναφέρει την αξίωση για βαθύτερη και αξιότερη λογοτεχνία…

Το βιβλίο αρχίζει με μία αυτοκτονία (ας αποκαλύψουμε και κάτι…) – από εκεί άλλωστε ξεκινά και η παρανόηση κάποιων αναγνωστών πως πραγματεύεται μία αστυνομική ιστορία. Το πολύ ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται εκεί, το εύρημα δεν είναι πρωτότυπο και καινοφανές στην λογοτεχνία, την διαφορά την κάνει η ανατροπή λίγο πριν από το τέλος και κυρίως ο συμβολισμός της. Δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια την πλοκή, αλλά σε γενικές γραμμές ας έχετε υπόψη πως κάθε κεφάλαιο, κάθε γραμμή στο βιβλίο έχει τον συμβολισμό της και παραπέμπει σε έναν προβληματισμό και σε πολλαπλά ερωτήματα.

Νιώθω επίσης την ανάγκη να πω ότι το σημερινό σημείωμα δεν συνιστά καν κριτική τού βιβλίου, είναι απλώς μία περιγραφή ορισμένων χαρακτηριστικών του, δεν είμαι αρμόδια γι’ αυτό, όταν μάλιστα ξέρω ότι κάποια στιγμή θα γίνει αναλυτική παρουσίαση τού βιβλίου από τους συνεργάτες τού Μάνου Τασάκου στο ιστολόγιό τους.

Ο Μάνος Τασάκος σε κάποια κριτική του για έναν νέο ποιητή, (τον Μύρωνα νομίζω...), γράφει περίπου αυτό: «πόσο καιρό είχαμε πράγματι να δροσιστούμε από έναν καλό ποιητή!..»

Θα χρησιμοποιήσω λοιπόν τα δικά του λόγια. Μέσα σε ένα τοπίο απελπιστικά ομοιόμορφο, στερεότυπο και σχεδόν αδιάφορο (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), το βιβλίο «Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα» δεν μας δρόσισε απλώς, αλλά και μάς ξάφνιασε, και μας προβλημάτισε, και μάς ξανάδωσε εκείνη την μεγάλη απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση τής καλής, υπαρξιακής λογοτεχνίας. Η σημερινή μου παρουσίαση (περιορισμένη μοναχά στα απαραίτητα) αδικεί το σύνολο τού βιβλίου. Δεν ξέρω αν θα νιώσετε τήν ίδια απόλαυση στην ανάγνωσή του, καθώς όλοι μας έχουμε λίγο πολύ ξεχάσει ότι η λογοτεχνία πέρα από απλή αφήγηση είναι και γλώσσα, και ρυθμός, και ύφος και νόημα και προβληματισμός για τα ανθρώπινα. Εάν όμως το ενδιαφέρον σας για την καλή λογοτεχνία παραμένει ζωηρό, τότε «Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα» είναι ένα βιβλίο που δεν πρέπει να το προσπεράσετε και οπωσδήποτε ένα βιβλίο που αξίζει να βρεθεί ανάμεσα στα επιλεγμένα τής βιβλιοθήκης σας…

 

 

Εάν κρίνετε ότι τα κείμενά μας αξίζουν, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να βοηθήσετε τις προσπάθειές μας για την προώθηση τής αξιόπιστης ενημέρωσης. Μπορείτε απλώς να κάνετε ένα like στην σελίδα μας στο Facebook ή να κοινοποιήσετε το κείμενο που μόλις διαβάσατε. Επιπλέον, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για τις αγορές σας, (χωρίς καμία επιβάρυνση), τις εταιρίες που συνεργαζόμαστε, όπως την Siteground, το Public, το MediaMarkt, την Aegean, το E-Fresh, το e-shop, την Top-Host και πολλές ακόμη που θα βρείτε διάσπαρτες μέσα στα κείμενά μας. Μπορείτε απλώς να κάνετε ένα κλικ επάνω στις διαφημίσεις μας. Τέλος, για άμεση υποστήριξη μπορείτε να κάνετε μία δωρεά μέσα από το Paypal και την φόρμα που θα βρείτε εδώ.

Ανεξάρτητα από το μέγεθος τής υποστήριξής σας σάς ευχαριστούμε από καρδιάς!

Ο μέτριος βίος τού Αλέξανδρου Βαλέτα

13,05
9.6

Περιεχόμενο

10.0/10

Χαρακτήρες

9.5/10

Γλώσσα

10.0/10

Αισθητική έκδοσης

9.5/10

Επιμέλεια έκδοσης

9.0/10

Υπέρ

  • Κυρίως το περιεχόμενο και οι συμβολισμοί του
  • Λογοτεχνική γλώσσα που έρχεται από παλιά
  • Τα ποιήματα που προλογίζουν τα κεφάλαια
  • Προσεγμένη έκδοση
  • Αληθοφάνεια, βάθος χαρακτήρων

Κατά

  • Υπάρχουν κάποιες αστοχίες διορθώσεων, κυρίως σε τελικά (ν)
  • Η πολυτονική γραφή θα ταίριαζε απόλυτα στο ύφος τού βιβλίου
  • Θα προτιμούσαμε ματ εξώφυλλο, αντί για glossy

alexia

Η Αλεξία σπούδασε κοινωνιολογία στο Essex University και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Sussex University με αντικείμενο τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στήν Ελλάδα εργάστηκε για πολλά χρόνια σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Έχει γράψει και εικονογραφήσει ένα παιδικό βιβλίο, (Little Bobby Steps Into the World), που είναι διαθέσιμο στην Amazon. Σήμερα ασχολείται ατελείωτες ώρες με το posna.net και σε τακτά χρονικά διαστήματα γράφει άρθρα για ιστοσελίδες σε Αμερική και Ευρώπη.

Γράψτε το σχόλιό σας...

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Subscribe  
Notify of
Close Menu

Send this to a friend